Πνευμονολόγος

Πνευμονιόκοκκος

PneumonoVirus

Ο πνευμονιόκοκκος είναι ένα βακτήριο (μικρόβιο) που ονομάζεταιStreptococcus pneumoniae.

Μπορεί να προκαλέσει λοιμώξεις του αναπνευστικού συστήματος (πνευμονία), του κεντρικού νευρικού συστήματος (μηνιγγίτιδα) ή να εισέλθει στο αίμα και να προκαλέσει βακτηριαιμία.

Είναι η κύρια αιτία ασθενειών και θανάτου σε πολλές χώρες του κόσμου. Ενδεικτικά από πνευμονιοκοκκική πνευμονία πεθαίνει 1 στους 20, από βακτηριαιμία 1 στους 5 και από μηνιγγίτιδα 3 στους 10.

Όλοι μας μπορεί να νοσήσουμε από το μικρόβιο χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει πως θα αρρωστήσουμε βαριά. Κάποιοι άνθρωποι όμως, όπως οι ηλικιωμένοι και τα βρέφη, διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο από τους άλλους.

Ο πνευμονιόκοκκος μεταφέρεται μέσω μολυσμένων σταγονιδίων, για παράδειγμα με το βήχα ή το φτέρνισμα, στις ευπαθείς ομάδες, όπως είναι τα μικρά ανεμβολίαστα βρέφη και οι ενήλικες άνω των 50 ετών, και συχνά προκαλεί ασθένειες.

Οι λοιμώξεις που μπορεί να προκληθούν από το βακτήριο του πνευμονιόκοκκου περιλαμβάνουν τόσο διεισδυτικές λοιμώξεις όπως:

  • η μηνιγγίτιδα
  • η βακτηριαιμία
  • η βακτηριαιμική πνευμονία

όσο και μη διεισδυτικές όπως:

  • μέση ωτίτιδα (λοίμωξη του μέσου ωτός) και
  • η πνευμονία

Μία μελέτη που πραγματοποιήθηκε το 2000 στην Ελλάδα (πριν την έναρξη του εμβολιασμού με το Prevenar) με σκοπό την ανάλυση των στοιχείων των διεισδυτικών πνευμονιοκοκκικών λοιμώξεων που εμφανίστηκαν κατά την 5ετία 1995 – 1999, εκτιμά ότι το ετήσιο ποσοστό τους ήταν 44 περιστατικά ανά 100.000 παιδιά (ηλικίας ως 14 ετών).

Το μεγαλύτερο κίνδυνο εμφάνισης διεισδυτικής πνευμονιοκοκκικής νόσου είχαν τα παιδιά ηλικίας κάτω των 5 ετών (100 περιστατικά ανά 100.000).

Σε παιδιά ως 2 ετών εμφανίστηκαν το 60% των συνολικών περιστατικών μηνιγγίτιδας, το 53% των συνολικών περιστατικών βακτηριαιμίας και το 29% των συνολικών περιστατικών πνευμονίας


Πώς

Το μικρόβιο αντιμετωπίζεται αρκετά αποτελεσματικά με κοινά αντιβιοτικά όπως η πενικιλλίνη.

Τα τελευταία χρόνια εμφανίστηκαν, όπως για όλα τα μικρόβια, ανθεκτικά στελέχη τα οποία δεν αντιμετωπίζονται τόσο άμεσα και γρήγορα με τα συνηθισμένα αντιβιοτικά.

Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την πρόκληση είτε θανάτων είτε λοιμώξεων με μεγαλύτερη διάρκεια.

Το γεγονός αυτό καθιστά την πρόληψη των λοιμώξεων αυτών μέσω εμβολιασμού ακόμη πιο σημαντικό.


Ποιό

Το εμβόλιο που συνιστάται στους ενήλικες είναι το πολυσακχαριδικό πνευμονιοκοκκικό εμβόλιο (Pneumococcal polysaccharide vaccine, PPSV).

Προστατεύει από 23 διαφορετικούς τύπους του μικροβίου αυτού συμπεριλαμβανομένων και αυτών που είναι πιθανό να προκαλέσουν σοβαρές ασθένειες.

Οι περισσότεροι υγιείς ενήλικες που εμβολιάζονται αναπτύσσουν αντισώματα εντός 2 – 3 βδομάδων.

Οι πολύ ηλικιωμένοι, παιδιά κάτω των 2 ετών και άτομα με χρόνιες ασθένειες μπορεί να ανταποκριθούν λιγότερο ή και καθόλου.

Το εμβόλιο που συνιστάται στα παιδιά κάτω των 5 ετών είναι το συζευγμένο πνευμονιοκοκκικό εμβόλιο (PCV). Ενίοτε απαιτείται επιπρόσθετος εμβολιασμός των ενηλίκων με συζευγμένο πνευμονιοκοκκικό εμβόλιο (PCV13).


Ποιοί

  • Όλοι οι ενήλικες 65 ετών και άνω

Άτομα κάτω των 65 τα οποία έχουν χρόνιες παθήσεις όπως πχ:

  • παθήσεις των πνευμόνων (άσθμα, χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια),
  • καρδιακές παθήσεις,
  • δρεπανοκυτταρική αναιμία,
  • σακχαρώδης διαβήτης,
  • αλκοολισμός,
  • κίρρωση ήπατος,
  • διαρροές εγκεφαλονωτιαίου υγρού.

Άτομα κάτω των 65 ετών με μειωμένη άμυνα του οργανισμού όπως:

  • νόσο Hodgkin,
  • λευχαιμία,
  • νεφρική ανεπάρκεια,
  • πολλαπλό μυέλωμα,
  • νεφρωσικό σύνδρομο,
  • λοίμωξη από HIV ή AIDS,
  • κατεστραμμένη σπλήνα, ή χωρίς σπλήνα,
  • μεταμόσχευση οργάνων.

Άτομα κάτω των 65 που λαμβάνουν φαρμακευτική αγωγή ή υπόκεινται σε θεραπεία η οποία μειώνει την άμυνα του οργανισμού όπως:

  • Μακροπρόθεσμη στεροειδών (κορτιζόνης, όχι όμως εισπνεόμενης).
  • Ορισμένα φάρμακα κατά του καρκίνου, χημειοθεραπευτικά.
  • Ακτινοθεραπεία.

Τέλος, σύμφωνα με τον Αμερικάνικο οργανισμό ελέγχου νοσημάτων (CDC) όλοι οι ενήλικες 19 έως 64 ετών οι οποίοι είτε είναι καπνιστές είτε έχουνάσθμα θα πρέπει να εμβολιάζονται έναντι του πνευμονιόκοκκου.

Τα άτομα τα οποία είναι πιθανώς να μην ανταποκριθούν πλήρως στο εμβόλιο πάλι είναι σωστό να εμβολιάζονται καθώς με αυτόν το τρόπο έχουν λιγότερες πιθανότητες να παρουσιάσουν σοβαρές επιπλοκές από μία πνευμονιοκοκκική λοίμωξη.


Πόσες

Συνήθως μια μόνο δόση είναι αρκετή. Κάτω από πολύ συγκεκριμένες προϋποθέσεις μπορεί να χορηγηθεί και δεύτερη δόση.

Τέτοιες είναι:

  • άτομα ηλικίας 65 ετών και άνω, που πήραν την πρώτη δόση όταν ήταν κάτω των 65 ετών και έχουν περάσει 5 ή περισσότερα χρόνια από την πρώτη δόση.

Άτομα κάτω των 65 ετών τα οποία πάσχουν από:

  • δρεπανοκυτταρική αναιμία,
  • HIV ή AIDS,
  • καρκίνο, λευχαιμία, λέμφωμα, πολλαπλό μυέλωμα,
  • νεφρωσικό σύνδρομο,

Άτομα κάτω των 65 ετών τα οποία:

  • δεν έχουν σπλήνα,
  • είναι μεταμοσχευμένοι,
  • λαμβάνουν φάρμακα που μειώνουν των άμυνα του οργανισμού (χημειοθεραπεία, μακροχρόνια στεροειδή).

Η δεύτερη δόση θα πρέπει να χορηγείται 5 χρόνια μετά την πρώτη δόση.


Ποιοί

  • Όποιος παρουσίασε σοβαρή αλλεργία σε προηγούμενο εμβολιασμό με PPSV.
  • Όποιος παρουσιάζει σοβαρή αλλεργία σε οποιοδήποτε συστατικό του εμβολίου.
  • Όσοι πάσχουν από βαριά οξεία λοίμωξη θα πρέπει να περιμένουν μέχρι να υποχωρήσει η λοίμωξη. Άτομα με ήπια λοίμωξη μπορούν να εμβολιαστούν.


Ποιες

Περίπου οι μισοί από τους ανθρώπους που έχουν εμβολιαστεί παρουσιάζουν ήπιες ανεπιθύμητες ενέργειες όπως ερυθρότητα ή πόνο στο σημείο του εμβολιασμού.

Λιγότερο από το 1% παρουσιάζει πυρετό ή μυϊκούς πόνους.

Τέλος, όπως και κάθε φάρμακο μπορεί να προκαλέσει σοβαρή αλλεργική αντίδραση.


Για πληροφορίες και ακριβείς οδηγίες σχετικά με τον εμβολιασμό επικοινωνήστε με τον πνευμονολόγο Δρ. Αντώνιο Σακελλαρόπουλο.
 
Έχετε απορίες; Ρωτήστε εδώ τον ιατρό και σύντομα θα λάβετε απάντηση!